Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

#Ταξίδι_Για_Μια_Άγνωστη



#Ταξίδι_Για_Μια_Άγνωστη

Εντελώς τυχαία έγινε μια τηλεφωνική γνωριμιά..
Εκείνος υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία..
Εκείνη φοιτήτρια..
Η μοίρα θέλησε να τους ενώσει με το καταλάθος τηλεφώνημα..
Η απόσταση τους η θάλασσα..
Και η προσμονή τους..
Το απολυτήριο εκείνου..
Δυο τελευταίοι βασανιστικοί μήνες έφταναν στο τέλος..
Εκείνη απο την μεριά της ποτέ δεν πίστευε ότι θα πήγαινε να την συναντήσει..γιατί η οικονομική του κατάσταση δεν του το επέτρεπε..
Απολύθηκε τελικά και την επόμενη ημέρα είχε πιάσει δουλειά..
Στην οικοδομή το πρωί..στην ταβέρνα το βράδυ..
Κι εκείνη το μόνο που μπορούσε να κάνει..
Να του λέει συνέχεια στα γράμματα στο τηλέφωνο..
Μάλλον δεν θέλεις να έρθεις και σε πιέζω..
Ώσπου μετά από 20 ημέρες του είπε..
Ας το αφήσουμε καλύτερα..
Δεν είναι γραφτό να βρεθούμε..
Εντάξει της είπε εκείνος..
Τη επόμενη ζήτησε απο τα αφεντικά του να τον πληρώσουν,κι αν μπορούσε να λείψει για μια ημέρα..
Η απάντηση τους ήταν όχι..
Μέτρησε τα χρηματα του..
Ήταν πολύ λίγα..
Μα πολύ μεγάλη η θελησή του..
Βάζει σε έναν σάκο δυο ρούχα και ξεκινάει για τον σταθμό των τρένων..
Μετα απο 2 ώρες περπάτημα..και αναμονή 3 ώρες..έφτασε το τρένο..
Επιβάζεται επιτέλους..και μετά από 3 ώρες έφτασε στον Πειραιά..τρέχει βγάζει εισητήριο και πιάνει την αποβάθρα όπου θα έφευγε το καραβι του..
Μονολογούσε..
Να χα μια βάρκα..πόσο πιο γρήγορα θα πήγαινα..
Επιβιβάζεται επιτέλους μετά από 4 ώρες..και σε 12 ώρες θα αντίκριζε το καταλάθος που μπήκε σην ζωή του..
Κι όλο αυτό για να δεί την άγνωστη που δεν τον πίστεψε..
Επιτέλους στεριά..
Άγρυπνος απο την λαχτάρα,κατάκοπος απο το ταξίδι..
Κι όμως έλαμπε απο χαρά..
Κατάφερε να πάει..
Ενώ αποβιβάστηκε έτρεξε στην διεύθυνση που είχαν τα γράμματα της..
Βρίσκει την πολυκατοικία..
Παίρνει βαθιά ανασα και χτυπάει το κουδούνι..
Απάντηση καμία..
Χτυπάει δεύτερη φορά..
Τρίτη..τέταρτη..
Απάντηση καμία..
Κάθεται στην είσοδο της πολυκατοικίας..
Όλο αυτό το ταξίδι..για το τίποτα..
Του απόμεναν 10 ώρες για να γυρίσει πάλι στο λιμάνι και να φύγει..
Μάζεψε όλη την θλίψη του και αγκάλιασε τα σκαλοπάτια της εισόδου..
Τα μάτια του έκλειναν απο την ταλαιπωρία..
8 ωρες είχαν περάσει..
Σε 2 ώρες θα άφηνε τα σκαλοπάτια που ανεβοκατέβαινε η άγνωστη..
Κι ενώ το πήρε απόφαση..
Λίγο πριν σηκωθώ ακούω μια φωνή να μου λέει..
Μπορώ να περάσω κύριε?
Ανασηκώνω τα μάτια και την βλέπω μπροστά μου χαμογελαστή..
Άργησες της είπα..
Παγώνει και σωριάζεται εμπρός μου..
Ενώ συνήλθε μιλήσαμε εκεί στην είσοδο..
Αλλά έπρεπε να φύγω..
Να με παρακαλάει να μείνω..
Κι εγώ έφυγα..
Πλέον στην πρύμνη του καραβιού να λούζω την ανακατεμένη θάλασσα με τα δάκρυα μου..
Και μια φωνή..
Να μου λέει..
Κατέβα..
Σε παρακαλώ..
Με πόσες βάρκες ναυάγησες..
Τα θέλω σου..
Ενώ δεν έπρεπε..?

17 Φεβρουαρίου 2000..
 
~ Μοναχικός Άγγελος ~ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου